Παρασκευή, 31 Οκτωβρίου 2014

Τι κοιτάς;

Σταμάτα να κοιτάς μέσα στα μάτια μας, δε θα βρεις εδώ την ομορφιά που ψάχνεις. Σε έναν καθρέφτη χίλια κομμάτια μες στις λάσπες σου βρίσκεται η αλήθεια. Άκου τι λέει…..εσύ είσαι η πιο ωραία. Σταμάτα να μας κοιτάς, δε θα δεις εδώ τον ελεύθερο κόσμο που ονειρεύεσαι. Αυτός σκλαβώθηκε τη μέρα που αρχίσαμε να περιφράζουμε, για να μη μας κολλήσεις φτώχεια και δυστυχία, τον δικό σου. Σταμάτα πια!! Δε θα δεις ούτε ένα φάρο μες στα μάτια μας. Σβήσαμε και τον τελευταίο. Τι να τον κάνουμε; Αφού πια δεν ταξιδεύουμε. Τι συνεχίζεις να κοιτάς; Τον φωτεινό τον άνθρωπο που ψάχνεις , οι πιθανότητες λένε πως θα τον βρεις πιο εύκολα μες στα σκουπίδια και μέσα στα σκοτάδια σου. Τι ψάχνεις; Γιατί επιμένεις;  Η καρδιά που γυρεύεις χτυπάει μέσα σου. Όχι, έλα, σε προκαλώ. Διάλεξε όποια θες, στην τύχη. Προσπάθησε να την στύψεις. Σταγόνες φόβου, αγωνίας, εγωισμού, μίσους, ηττοπάθειας, υπεροψίας, ζαμανφουτισμού, θα αισθανθείς, αλλά ανιδιοτελούς αγάπης, ούτε για δείγμα. Καλά κάνεις, μην πλησιάζεις, θα βάψεις τα χέρια σου και με αίμα. Το εκθαμβωτικό περιτύλιγμα της καρδιάς μας κρύβει από κάτω ένα άλλο, συρματόπλεχτο, θα τραυματίσεις άσχημα τα πεντακάθαρα και μαλακά σου χέρια.
Έεεεε!!!! Μίλα, πες κάτι. Μήπως δεν ψάχνεις κάτι μες στο βλέμμα μας, αλλά εκλιπαρείς με το δικό σου; Τι θες; Να σε φέρουμε στις γειτονιές του κόσμου μας; Εδώ η αλήθεια είναι πως τρώμε καλά, μα πρέπει να ξέρεις πως γίναμε πλάσματα αχόρταγα. Εδώ το νερό είναι για φτύσιμο, μόνο ότι ρουφάει βότκα, ουίσκι και ανθρώπινο αίμα επιβιώνει. Έχουμε θέρμανση, βέβαια, αυτόνομη και τζάκια και σόμπες και αιρκοντίσιον. Τα ανάβουμε όλα μαζί για να ζεστάνουμε τα σώματα, τις αγκαλιές τις αποφεύγουμε γιατί εκπέμπουν παγωνιά. Και σπίτια γερά, εννοείτε, με αρκετά δωμάτια και τηλεόραση στο καθένα, έτσι οι κάτοικοί τους σπάνια συναντιούνται. Ελευθερία; Εδώ και αν γελάμε…… αυτή είναι η μεγαλύτερη ψευδαίσθηση που έχουμε, γιατί η πραγματικότητα είναι άλλη…..εδώ την ελευθερία την έχουμε μπερδέψει με το σεξ, τη γυμνή φωτογράφιση, το τόπλες στην παραλία, τα ξεδιάντροπα λόγια, τις ξετσίπωτες συμπεριφορές. Υπάρχει ελευθερία σε όλες τις κινήσεις μας, αλλά όχι στη σκέψη μας. Είμαστε ελεύθεροι να σε σκλαβώσουμε, να σε αφήσουμε να πεινάσεις, να πεθάνεις, άθαφτη να σε φάνε τα κοράκια, μα μέχρι εκεί. Πώς να σε νιώσει μία ζαμανφουτίστρια, σκλαβωμένη στην πραγματικότητα καρδιά; Γιατί θα σου πω κάτι που ίσως δεν γνωρίζεις…..ακόμα και αυτοί που υποτάσσουν είναι κάποιων άλλων υποταχτικοί. Ανθρώπων, του χρήματος, ακόμα και μιας θρησκείας.
Τώρα μας προκαλείς εσύ…. να αλλάξουμε θέσεις ε; Όχι, μη σε κοροϊδεύουμε, εμείς έχουμε συνηθίσει αλλιώς. Να τρώμε σκουπίδια για παράδειγμα, μα μέσα σε ωραίο περιτύλιγμα. Εμείς δεν ψάχνουμε στα σκουπίδια. Μας τα σερβίρουν. Οι μακρόβιες διεφθαρμένες κυβερνήσεις, οι τηλεοράσεις και ναι, το απολαμβάνουμε. Εσείς εκεί ακόμα διεκδικείτε το δικαίωμα στη μόρφωση, εμείς που θα διδάξουμε; Εδώ τα ξέρουμε όλα, είμαστε όλοι δάσκαλοι μεγάλοι. Στα μέρη σου γίνονται πόλεμοι με βόμβες και όπλα, οι φωνές που ακούς είναι θανάτου και οι φυσικές από τυφώνες και πλημμύρες καταστροφές, πολλές. Εμείς έχουμε συνηθίσει τον πόλεμο μέσα στο κεφάλι μας, τις ένοχες και πωρωμένες φωνές των συνειδήσεών μας, τον καταιγισμό από σκέψεις. Εκεί που μένεις, εμείς πού θα τον δούμε το Θεό, μου λες; Εδώ χωρίς να λαχανιάσουμε, φτάνουμε με ασανσέρ στην ταράτσα ενός ουρανοξύστη και τον φωνάζουμε. Βεβαίως και ανταποκρίνεται. Είναι καλός ο δικός μας ο Θεός. Μακρόθυμος και φιλεύσπλαχνος, γι αυτό και εμείς δεν έχουμε κανέναν ενδοιασμό, τα λάθη, την ανηθικότητα, την απατεωνιά, τους βιασμούς, τους φόνους , τα επαναλαμβάνουμε. Άσε που αν έχεις καλό δικηγόρο και λεφτά δεν Τον χρειάζεσαι. Ενώ εκεί, φτωχά έως ανύπαρκτα θα είναι τα ελέη Του για εμάς. Το άλλο πού το πας………εσύ εκεί δεν ξέρεις εάν θα ξημερώσεις την άλλη μέρα, ενώ εμείς κάνουμε σχέδια κυρίως μακροπρόθεσμα. Η μακροζωία είναι στο DNA μας και η αναβλητικότητα συνεπώς, το life style μας.
Γι αυτό σου λέμε…..σταμάτα να μας κοιτάς. Δε θα δεις τίποτα από εσένα μέσα σε εμάς και δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για σένα. Τώρα όμως που το ξανασκέφτομαι……εμείς το είπα, δεν αντέχουμε με τίποτα στα μέρη τα δικά σου, αλλά εσύ; Πόσο θα άντεχες αλήθεια να ζεις με πεθαμένα συναισθήματα μες στον παράδεισό μας; Στην κόλασή σας ζουν, όσο ζουν, μόνο οι ζωντανοί. Πόσο θα άντεχες το μισό μας μάτι; Την υπεροψία, το ρατσισμό μας, γιατί μπορεί να ακούς πολλά από εμάς, αλλά ξεχάσαμε να σου πούμε και κάτι άλλο που μας χαρακτηρίζει……την ασυνέπεια που υπάρχει ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις μας. Θα μπορούσες πραγματικά να ζήσεις στα μέρη τα δικά μας; Εκεί που είσαι, ξέρεις με τι έχεις να παλέψεις. Εδώ στα άλλα, στα όμορφα για σένα μέρη, οι κτηνώδεις επιθυμίες των ανθρώπων είναι καλά κρυμμένες κάτω από κουστούμια με γραβάτες, πίσω από καλοραμμένες, φιλικές, καθησυχαστικές εμφανίσεις, πίσω από λαμπερά χαμόγελα, πίσω από δεκάδες διαφορετικές μάσκες. Εδώ δεν ξέρεις από πού θα σου έρθει το κακό…..
Έτοιμη είσαι, το βλέπω. Έτοιμη να μας γυρίσεις την πλάτη και να φύγεις. Μα τι περίμενες στ’ αλήθεια; Να αντέξουμε; Να είμαστε ειλικρινείς απέναντί σου; Να αντέξω από την ώρα που σε είδα στη φωτογραφία και άρχισα να γράφω, αυτό το βλέμμα σου ; Να είμαι ειλικρινής; Να σου πω δηλαδή ότι εσύ είσαι Άνθρωπος του Θεού και εμείς ανθρωπάρια που έχουμε υποκλιθεί στο διάολο; Ότι εάν εσύ φοβάσαι μία τις βόμβες, εμείς φοβόμαστε δέκα όταν μας βομβαρδίζει η αλήθεια……… ποιος τώρα, η αλήθεια…… Δε γίνεται κορίτσι μου. Δεν το αντέχουμε με τίποτα αυτό το πονεμένο, διαπεραστικό, καθαρό σου βλέμμα. Είμαστε πολύ δειλοί, γι αυτό όπου βρούμε αδύναμο ξεσπάμε. Είμαι πολύ δειλή και όσα σου γράφω τόση ώρα είναι δικαιολογίες για να καλύψω τη ντροπή μου και την ανεπάρκεια που νιώθω ως άνθρωπος μπροστά σου. Όχι, φυσικά και δεν είμαστε όλοι ίδιοι και ο κόσμος που ζούμε είναι πραγματικά όμορφος, μόνο που να, είναι πολλά τα όρθια τετράποδα που όταν αρχίζουν να μεγαλώνουν "ασχημαίνουν"….
Κορίτσι μικρό με την τεράστια καρδιά, δεν ξέρω πραγματικά αν μπορέσω να κάνω κάτι σημαντικό για σένα όσο ζω, γιατί είμαστε και σε μία κατάσταση ο σώζων εαυτόν σωθήτω, αλλά επειδή θέλω είμαι από τους άλλους , εκείνους που νοιάζονται εσένα και όλου του κόσμου τα παιδιά, θα συνάψω μία διαθήκη με το Θεό. Με τον δικό μου, το δικό σου δεν με νοιάζει. Εξάλλου ένας είναι για όλους. Όνομα του αλλάζουμε, γιατί δεν μπορεί να με πείσει κανείς ότι ο Θεός που εγώ πιστεύω, ο Χριστός που εγώ λατρεύω, δεν νοιάζεται για σένα. Αυτόν λοιπόν που την αγάπη μόνο δίδαξε, θα Τον αναζητήσω και με περίσσια ταπεινότητα θα προσπαθήσω να του μιλήσω για αυτή τη διαθήκη που θέλω μαζί του να συνάψω. Μα είδες.........δεν μπήκα καν στον κόπο τόση ώρα να μάθω το όνομά σου. Λοιπόν, στη χειρόγραφη αυτή διαθήκη θα σε αναφέρω ως Άγγελο, Αγάπη, Ειρήνη, Ελπίδα, Σωτηρία μου και ότι καλό έχω και δεν έχω, θα γράφω να στο χαρίσει εσένα. 
Θέλω να σε βλέπω με λουλούδια στα μαλλιά, να τρέχεις μέσα σε γεμάτα στάχυα αγρούς. Να μαθαίνεις τους άλλους να σπέρνουν τα ονόματά σου, να τα οργώνουν, να τα θερίζουν. Να τους μαθαίνεις να ποτίζουν και να θρέφουν με αυτά και άλλους με τη σειρά τους. Οι χώρες απ΄όπου θα περνάς, παρέα με τον αχώριστο σύντροφό σου, τον Πλούτο της ψυχής σου, γρήγορα να πλουταίνουν, η γη να γεμίζει με καρπούς, να πρασινίζουν τα λιβάδια, τα ονόματά σου να γεννούν συνεχώς και να πληθαίνουν.
Τελικά θα σου πήγαινε  πολύ και το Θεά Δήμητρα…….
Ξέρω, τίποτα δεν αναζητούσες τόση ώρα σε εμάς, απλά μας επέτρεψες να ψάξουμε και να βρούμε μες στο βλέμμα σου, ότι καλό υπάρχει σε εμάς.
Προσωπικά, σε ευχαριστώ!!


Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

ΟΧΙ

Σπάνε τα "τύμπανα" άραγε σήμερα αυτών που αντί για ΟΧΙ ακούν ......'"Παρακαλώ, είμαστε ανοιχτά, περάστε, ελεύθερα". Ματώνουν άραγε οι "κόρες" τους όταν κοιτούν τη χώρα μας να σερβίρεται αχνιστή πάνω σε ασημένιο δίσκο από τα χέρια μας τα ίδια; Γίνεται θρύψαλα άραγε σήμερα, η ψυχή του παλικαριού που αποχαιρέτησε κάποτε τη μάνα για να υπερασπιστεί την Πατρίδα μας, όταν Ελευθερία, Τόλμη, Πατρίδα, Αυτοθυσία, Ιδανικά, κατάντησαν λέξεις ξεθωριασμένες μέσα σε λεξικά; Μήπως πονάει σήμερα περισσότερο εκείνος που τότε του ακρωτηρίασαν τα πόδια; Εκείνων που τόλμησαν και κατέβασαν τη ναζιστική σημαία απ΄ την Ακρόπολη, η ψυχή όσων θυσιάστηκαν για ένα ελεύθερο, όχι δικό τους, αλλά δικό μας μέλλον, άραγε μες στην αιωνιότητα που τώρα ζουν, πονάει; Εκείνα τα παιδιά που πέθαναν από πείνα μέσα στην κατοχή και τώρα αναγνωρίζουν από τους ουρανούς τους εαυτούς τους σε αυτά τα παιδιά που λιποθυμούν στα σχολεία από την πείνα, πονάνε; Πονάνε άραγε οι άγγελοι;

Λυγίζει άραγε η περηφάνια όλων εκείνων των Ελλήνων ηρώων, που από φόβο μη χάσουμε άνεση, βόλεμα, επενδύσεις και υλικά αγαθά, μας βλέπουν σήμερα με λυγισμένα γόνατα και κεφάλια; Όλων εκείνων η περηφάνια που τα ονόματά τους δεν σκαλίστηκαν στο μάρμαρο κάποιου ηρώου, γιατί δεν χώραγαν, ήταν πολλά, πολλά, πολλά!!!!! Λυγίζει η περηφάνια τους που τα παιδιά μας τον Εθνικό μας ύμνο τον ακούν μόνο στις Εθνικές, με προχειρότητα διοργανωμένες συνήθως πια, σχολικές εορτές; Που δεν μπορούν να εντοπίσουν στο χάρτη, όχι πού είναι τα Καλάβρυτα ή το Δίστομο, αλλά η Ήπειρος, η Μακεδονία, η Θράκη…… Που τα βιβλία της Ιστορίας σε λίγο δε θα φουντώνουν, αλλά θα σβήνουν και εκείνη τη φλογίτσα που ακόμα καίει μέσα στο τζάκια;. Κλαίνε, πονάνε, άραγε οι ψυχές; Αναρωτιούνται γιατί ενώ έχουμε πάλι κατοχή, ενώ κλέβουν μπροστά στα μάτια μας κομμάτι κομμάτι το γαλανό ουρανό μας, τη γαλανή μας θάλασσα, τη γαλανόλευκη ψυχή μας, εμείς δεν αντιστεκόμαστε; Απορούν γιατί ενώ μας κλέβουν πολύτιμα πράγματα, ιδέες, όνειρα, συναισθήματα, αιγιαλούς, νησιά, ορυκτό πλούτο, δημόσιες και ιδιωτικές περιουσίες, μυαλά, επιστήμονες, το χθες μας, το σήμερα, το αύριο μας, εμείς δεν κάνουμε……απολύτως τίποτα; Να νιώθουν άραγε πως άδικα θυσιάστηκαν; Να έχουν μετανιώσει;
Μακάρι αύριο να καταφέρουμε τους πεθαμένους εκείνου του πολέμου να ξεγελάσουμε…..Να ακούσουν τις φιλαρμονικές, τα τύμπανα, τα χειροκροτήματα, να δουν σημαίες και σημαιάκια, στις παρελάσεις, στα μπαλκόνια και να πιστέψουν πως όλα βγαίνουν μέσα από τη δυνατή των απογόνων τους ψυχή. Μακάρι!! Ας βιώσουν πάλι τη λευτεριά, τη νίκη, έστω για μία μέρα, έτσι, να μαλακώσει για λίγες ώρες η ψυχή τους. Ας τους παραμυθιάσουμε για λίγο, την αξία τους άλλωστε εκείνοι τη γνωρίζουνε και εμάς, ας συνεχίζουμε, αφού ούτε κουράγια, ούτε τόλμη μάλλον έχουμε, να μας παραμυθιάζουμε τις υπόλοιπες 363 ημέρες ….. να λέμε πως είμαστε ελεύθεροι, πως έχουμε Δημοκρατία, πως η ανάπτυξη που είναι σε απόσταση ανάσας θα ομορφύνει πάλι τη ζωή μας, πως η Ελλάδα ανήκει σε εμάς του Έλληνες, πως μέσα μας κυματίζει η γαλανόλευκη, πως μέσα μας παραμένει άσβεστη η Ελληνική μας φλόγα. 


Πού είσαι μεγάλη Βέμπο να μας εμψυχώσεις; Γίναμε οι Έλληνες αυτόχειρες. Οι Έλληνες . Οι γεμάτες ήλιο και πελαγίσια κύματα ψυχές. Πνίξαμε αγαπημένη μας Σοφία με καλώδια τη ζωή μας, σβήσαμε τα λυχνάρια μας και ψάχνουμε τώρα μες το χάος και τα σκοτάδια να βρούμε την ελπίδα , το κουράγιο, την αξιοπρέπεια και την Ελληνική Ψυχή μας..
Τραγουδίστρια της Νίκης, συνέχισε με την Εθνική φωνή σου να ενθαρρύνεις και όλους εκείνους που είναι στα ουράνια. Φαντάζομαι πως νιώθουνε, μα πείσε τους πως τίποτα δεν τελείωσε. Όσο μας χαϊδεύει ο “αέρα” τους, υπάρχουνε ελπίδες……



Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Ήσουν εκεί.......

τα είδες όλα. Τον ουρανό σου να χτίζεται με πελώρια μαύρα συννεφότουβλα. Τον αέρα να παρασύρει το χαρτόσπιτό σου. Το δρόμο σου να σκοτεινιάζει τελείως όταν κάηκε και η τελευταία λάμπα. Την ελπίδα σου να μουσκεύει και να σβήνει μέσα στο αυτοσχέδιο φαναράκι σου. Τα είδες όλα. Εκείνους που έκλαιγαν, που έβριζαν, που έτρεμαν. Μπροστά από τα μάτια σου πέρασαν μουσκεμένες αγωνίες, φόβοι, αγανακτήσεις, λαμαρίνες, κάδοι, σκουπίδια, περιουσίες. Είδες και εμένα. Στη λάμψη μιας αστραπής. Σε τρόμαξα. Το πρόσωπό μου παραμορφωμένο από το φόβο, το μεικάπ, τη μάσκαρα, τις σκιές. Με φόβισα και εμένα. Με είδα στο καθαρό απ΄τη βροχή βλέμμα σου. Στη λάμψη μιας δεύτερης αστραπής. Σε λυπήθηκα πριν με λυπηθείς. “Δεν ξέρω ποιος μοίρασε τους ρόλους” ψιθύρισα, μα ήξερα πως με άκουγες. Δεν το απόφυγα, με λυπήθηκες. Ήταν τη στιγμή που ο αέρας κραυγάζοντας απ΄τους πόνους, γέννησε ανέμους που έσπασαν τζάμια, εσένα, τον καθρέφτη μου, ξερίζωναν τα πάντα απ΄το εσωτερικό μου. Σε έχασα. Με έχασα. Με βρήκα μετά από ώρα αιχμάλωτη σε ένα στρατόπεδο γνώριμο για σένα, μα άγνωστο για μένα. Έλεγα ότι είχα καταλάβει τι περνούσες. Κούρνιασα στη γωνιά σου. Έκλεισα μάτια και αυτιά, για να μη βλέπω πια τις αστραπές, να μην ακούω τους κεραυνούς. Άρχισα να κρυώνω απ΄τη βροχή, να τρέμω από το φόβο. Θυμήθηκα εκείνο το παραμύθι που μου ‘λεγαν μικρή, για εκείνο το κοριτσάκι με τα σπίρτα….. Ένιωθα τόσο μόνη χωρίς εσένα. 
Έκανα άνω κάτω τη φωλιά σου. Μπορούσα να φύγω, να δραπετεύσω απ΄το στρατόπεδο αυτό, δεν είχε κάγκελα, δεν είχε σύρματα. Δεν το έκανα, συνέχισα να παραβιάζω το άσυλό σου. Ήθελα να πειστώ πως ήσουν πρόσωπο υπαρκτό. Ότι δεν ήσουν πλάσμα της φαντασίας μου. Σε είχα δει, ήσουν εκεί, τα είχες δει όλα, μα τίποτα δεν φανέρωνε εσένα και το άθλιο παρόν σου. Ούτε ένα σπίρτο που θα φώτιζε το μέλλον σου, ούτε μια οικογενειακή φωτογραφία απ΄το παρελθόν σου. Ένα μπουκάλι με κρυστάλλινο νερό, ένα αιμάτινο τριαντάφυλλο σε αυτό, ένα βιβλίο χρυσόδετο, μία ευχή στο μαξιλάρι σου…… “Θεέ μου, θυσία γίνομαι εγώ, αυτά τα κύματα βροχής ας πλύνουνε τον κόσμο”. 
Άχρηστα ήσαστε πόδια μου!! Δεν ήρθανε κοντά σου όσο ήσουνα εκεί.
Παράλυτα ήσαστε χέρια μου!! Δεν σε αγκάλιασα όσο ήσουνα εκεί.
Εσύ δεν ήσουνα φτωχός, εσύ δεν ήσουν βρώμικος, εσύ δεν ήσουν άνθρωπος, εσύ ήσουν ένας άγγελος
Έχωσα το πρόσωπό μου μέσα στο μαξιλάρι σου, ανέπνευσα βαθιά γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με τον αέρα και το άρωμα της ψυχής σου και ευχήθηκα να κολλήσω την αρρώστια σου…..αγάπη. 
Είμαι ευγνώμων που πέρασες απ΄τη ζωή μου, έστω σαν αστραπή. Νόμισα ότι εσύ ήσουν ο αιχμάλωτος και ο αιχμαλωτιστής μου μαζί, αλλά τώρα ξέρω. Ξέρω γιατί δεν έφυγα ενώ μπορούσα…….ήθελα να “σωθώ”, να δραπετεύσω μέσα απ΄τα δικά μου κάγκελα, απ΄τα δικά μου σύρματα. Τα ψίχουλα της ψυχής σου άστεγε άγγελε, άρχισε με ευλάβεια να τα μαζεύει ένα πουλί και έμεινα εκεί θαυμάζοντας τα φτερά του μέχρι που…….
Ξύπνησα. Όνειρο ήσουν τελικά. Σε είδα την ώρα που βλέποντας τις καταστροφές απ΄τη βροχή, την ώρα που έπεφταν στο σπίτι μου δίπλα κεραυνοί, κουκουλώθηκα και αποκοιμήθηκα, αλλά για κάποιο λόγο…….. μοσχοβολά το δέρμα και η ανάσα μου.



Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Νύχτα......

ιδανικό ορμητήριο για διαδρομές μες στα πυκνά τα δάση των παραμυθιών σου. Εκεί που οι πρόγονοί μας πίστευαν πως κατοικούσαν οι νεράιδες, τα αερικά, ήρωες μυθικοί, οι μούσες, οι θεότητες. Είναι πηγή φόβου αυτά τα δάση στο σκοτάδι, μα εσύ δε φοβάσαι. Φυγάς απ΄τα εύκολα, τα φωτισμένα με φως νοθευμένο μονοπάτια, ξεχύνεσαι μέσα στα απέραντα σκοτάδια. Ακούς ήχους παράξενους, σε αγγίζουν ίσκιοι και κλαδιά, σκοντάφτεις στις ρίζες πάνω του κακού , πέφτεις σε λάκκους με φίδια και κάποια καλά κρυμμένα μυστικά. Πονάς, αιμορραγείς, μα συνεχίζεις........ το ξέρεις, ότι αναζητάς, μέσα στα δάση αυτά έχει κουρνιάσει.......... Σε γιγαντόσωμα πάνω δέντρα σκαρφαλώνεις. Πυγολαμπίδες και άστρα σε βοηθούν το ξέφωτο εκείνο που γυρεύεις, από ψηλά να το εντοπίσεις. Αρχίζουν να σε τσιμπούν αλήθειες. Κάποιων το τσίμπημα πονά, μα εσύ αντί να πρήζεσαι, όσο περνά η ώρα όλο και ανακουφίζεσαι, όλο και ξαλαφρώνεις. Γίνονται τώρα οι κισσοί στεφάνια στο μέτωπό σου. Η άσβεστη φλόγα της ψυχής σου νικά αυτή των δράκων. Σε απόσταση αναπνοής είναι το ξέφωτό σου.....
Και τώρα εσύ, ο ήρωας του παραμυθιού, ξαπλώνεις εκεί με μια καθάρια και ήρεμη ψυχή. Αυτό το παρθένο, πυκνό δάσος, το μόνο που κρύβει για σένα πια.....είναι Ζωή.
Κοιμήσου!!! Οι πρωινές δροσοσταλίδες και μια ηλιαχτίδα που θα περάσει τα φύλλα το πρωί, γλυκά θα σε ξυπνήσουν, γλυκά θα ξυπνήσουν και στη μνήμη σου, όλα τα όνειρά σου.
Όσο για τις σωματικές σου τις πληγές......μια νεράιδα καλώ, να κάνει αλόη τους κισσούς, για να τις επουλώσουν.
Εσύ..........τόλμησες, τα κατάφερες, βρήκες το ξέφωτο, μα πόνεσες και περπάτησες πολύ, γι αυτό .......εσύ κοιμήσου. Ώρα να ξεχυθούμε στα δάση εμείς.......ώρα να ανακαλύψουμε αν γίνουν πηγή έμπνευσης για εμάς ή αν παραμείνουν φόβου......