Παρασκευή, 9 Μαρτίου 2012

Φωτοδότης ετών δεκαεπτά


 Το τρίτο είμαι παιδί μιας όμορφης οικογένειας.
Έχω δύο υπέροχους, όχι αλάνθαστους γονείς, έναν μεγάλο αδερφό, που όμως ποτέ δε γνώρισα γιατί ο άνεμος φυσούσε δυνατά εκείνον το Χειμώνα του ΄61 και σαν φυλλαράκι μας τον πήρε πάνω από της μάνας μου τα κλαδιά και μια αδερφή με δέρμα από αλάβαστρο και μάλαμα για καρδιά.
Εγώ στη ζωή μου γνώρισα μονάχα έναν γαμπρό,  μα ήμουν ακόμα μικρό παιδί γι αυτό τον είπα αδερφό, και δύο μόνο ανίψια.
Το πρώτο Γιώργο το βαφτίσαμε μα είχε στην πλάτη του φτερά και θέλησε ο Πρίγκιπας ο μικρός να γίνει, σε έναν πλανήτη με όμορφα λουλούδια, δάση, ποτάμια και καθαρά νερά, σε έναν θρόνο πάνω να κάθεται να μας κοιτά, να μας προσέχει, το μάτι να μας κλείνει, να μας χαμογελά.
Το δεύτερο  ανίψι μου πατάει εδώ στη γη γερά και ετοιμάζεται τώρα πάνω σε ετούτον τον πλανήτη να ανοίξει τα φτερά του.

Σε εσένα λοιπόν,
που ξέρω πως όλου του κόσμου τις καρδιές θα τις κερδίσεις με την ματιά σου την καθαρή, με τη μεγάλη σου ψυχή, με τις αξίες σου, που Άνοιξη όπως ήταν μέσα σου ήδη φύτρωναν, με αυτές που χρόνια τώρα μέσα σου σπέρνουν και ας φωνάζουν, σπέρνουν και ας σε μαλώνουν, σπέρνουν και ας νιώθεις κάποιες φορές πως δε σε καταλαβαίνουν, αυτοί που είναι άνθρωποι και άρα κάνουν λάθη, αυτοί που δε γεννήθηκαν γονείς μα εσύ τους το διδάσκεις, που μαξιλάρι κάνουν το σώμα τους στις μπόρες, στις αστραπές σου, αυτοί που σε αγαπούν σε αυτόν τον κόσμο πιο πολύ, που ίσως για σένα παραδοθούν μα όμως εσένα ποτέ δε θα προδώσουν και αυτοί δεν είναι άλλοι από τους δυό σου, όχι αλάνθαστους, μα τόσο ξεχωριστούς γονείς.

Στη Δέσποινα

Με αγάπη
Αγγελική Γ. Κρόκου
η  θεία σου







9 Μαρτίου 1995

Έβρεχε νομίζω εκείνη την ημέρα ή μάλλον, όχι, έκανε πολύ παγωνιά. Είχε χιονίσει πρόσφατα νομίζω, δε θυμάμαι, δε θυμάμαι!!! Αυτό που ξέρω σίγουρα είναι πως ήταν η μέρα φωτεινή, πολύχρωμη, ζεστή και γιορτινή για δυό ανθρώπους που για καιρό είχαν χαθεί στου πόνου το λαβύρινθο. Ήταν μια μέρα γιορτής για όλους μας. Για τον παππού, για την γιαγιά, για άλλη μια γιαγιά, για θείους, θείες...................... για μένα.
Ήταν η μέρα που γεννήθηκες εσύ!!!! (και ο πατέρας σου, τι σύμπτωση!!) Η μέρα που το φως της έλευσής σου, ήταν τόσο, μα τόσο δυνατό, που σαν τον ήλιο διέλυσε όλα τα μαύρα σύννεφα που κάλυπταν την ατμόσφαιρα της ψυχής δυο νέων, υπέροχων ανθρώπων. Ήταν τότε που ο Χειμώνας σαν Κύριος, Ιππότης, Aρσενικό σωστό, υποκλινόταν στον ερχομό της πιο ωραίας εποχής. Άνοιξη!! Ήρθες εσύ και όλα γύρω άνθισαν. Καινούρια φύλλα στα κλαδιά, λουλούδια στα λιβάδια, μες το λιβάδι και εσύ, το πιο όμορφο λουλούδι. Άνοιξη!! Η εποχή που η φύση πάλι ξαναγεννά και εκεί στην αναγέννηση, ξεπρόβαλες και εσύ. Μέσα σε ωδίνες, μέσα από μία μήτρα γεννήθηκε η χαρά και το τιτίβισμά της μαζί με όλων τα γέλια μας, μια μελωδία έγιναν γλυκιά.
Πάνω σε καθαρό πεντάγραμμο, το χέρι Εκείνου ,χάραζε τώρα με διαμάντι τις πιο ωραίες νότες. Άρπες θαρρώ ακούγονταν, βιολιά, κιθάρες, λύρες, άγγελοι ήταν σίγουρα που έπαιζαν μουσική, και όλοι στήσαμε χορό, τον πόνο ποδοπατήσαμε, κλάψαμε και γελάσαμε και μεθυσμένους μας βρήκε όλους εκείνο το πρωί, με τόση συγκέντρωση ευτυχίας μέσα στο αίμα.

Ατέλειωτο μου είχε φανεί εκείνο το ταξίδι από την Κρήτη. Χίλιες και μία νύχτες μου είχε φανεί εκείνη η νύχτα στο καράβι. Παρακαλούσα το Καζαντζάκης να γίνει ιπτάμενο χαλί και εγώ ένας Αλαντίν, για να ‘ρθω γρήγορα να δω την όμορφη πριγκίπισσα. Ήθελα τόσο πολύ να δω αυτήν την ευχή στ΄αστέρια, στο σύμπαν, στο Θεό που είχε πάρει τώρα μορφή.
Γρήγορα ήταν τα άλογα που με άφησαν στη Μουσών, πιλότος ένιωσε ο οδηγός που συμμετείχε σ’ένα πρωτάθλημα της φόρμουλα, στην πίστα της Αθήνας..
Στις σκάλες της κλινικής συνάντησα τον πατέρα. Εκείνον που φόραγε ξανά αυτό το αστραφτερό χαμόγελο που είχε κρεμάσει σε μια ντουλάπα της ψυχής του. Εκεί το είχε φυλάξει, ανάμεσα σε λεβάντες, συχνά πυκνά το κοίταζε να μην του τσαλακωθεί  και ήλπιζε, περίμενε, σαν γαμπριάτικο κουστούμι μια μέρα πάλι να το φρεσκάρει και πάνω του να το βάλει. Για σένα μικρό μου πάλι τη μέρα αυτή το φόρεσε και μύριζε η ανάσα του λεβάντα όταν μου είπε δυνατά ή μάλλον τραγουδιστά, «γεννήσαμε!!!!!».  Μ’αγκάλιασε και είδα στην μπλούζα μου στρασάκια, δροσοσταλίδες, που γυάλιζαν από το φως των ήλιων των ματιών του.
Δεν ξέρω αν έβρεχε ή αν χιόνιζε εκείνη την ημέρα, μα ξέρω πως ήλιος έλουζε εκείνη τη φάτνη στο Λητώ που μέσα της βρήκα ξαπλωμένη, με δυο ολόγιομα φεγγάρια στη θέση των ματιών, την πιο λαμπερή αν και αποκαμωμένη, την πιο όμορφη Μαρία που είχα δει ποτέ. Δεν έλεγε πολλά, ήταν και η ίδια ζαλισμένη απ΄ τη μεγάλη δόση της χαράς.
Ήλιοι απ΄τη μια, φεγγάρια από την άλλη, άστραφτε αυτό το μενταγιόν που δώρο της έκανε ο πατέρας σου μαζί με ένα μεγάλο θυμάμαι «ευχαριστώ!!!». Δεν το άκουσα, γιατί σεβόμενη τη στιγμή δυό βήματα έκανα γοργά λιγάκι παραπέρα, μα είμαι σίγουρη  πως το ‘πε. Το είδα στους καθρέπτες των όμορφων ματιών της.

Εγώ μάγος δεν ήμουνα. Δεν έφερα σμύρνα ούτε χρυσό, αλλά ότι πιο ροζ μπορούσα με αυτά που τότε διέθετα, για το πιο όμορφο μωρό.
Τι όμορφο μωρό!!! Οστά τόσο μικρούτσικα ντυμένα με σάρκα από βελούδο, που μύριζε σαν να το χάιδευαν στης μάνας του τη φωλιά, τα χέρια μίας πασχαλιάς που έρωτα είχε κάνει πάνω σε ροδοπέταλα, με ένα μανουσάκι. Σκούρα ματάκια, καστανά, που έφτιαχναν προτάσεις και ας μην ήταν ακόμα το στόμα ικανό να αρθρώσει τις πρώτες λέξεις. Ναι, ήσουν για όλους εμάς, ήσουν και είσαι για εκείνους, το πιο όμορφο μωρό!!! Πολύχρωμη πλαστελίνη στα χέρια μίας μάνας, που σ’ άγγιζε τόσο απαλά, γιατί ήσουν για αυτήν πριγκίπισσα και πάνω σου δεν ήθελε κανείς να βρει ένα ψεγάδι.

Δέσποινα είπαν θα ‘ναι το όνομα της ψυχής σου. Αυτής που ήταν μεγάλη σε μέγεθος, μεγάλη σε ηλικία και ας έφτασε εδώ στη γη μέσα σε τόσο μικρό σκαρί. Μια δυνατή, μια φωτεινή, ευαίσθητη ψυχή, που ήρθε εδώ να εξελιχτεί μέσα από ένα κορμάκι που έγινε δύο, έγινε πέντε, εφτά................έγινε σώμα τώρα γυναικείο και σήμερα η ανάσα του θα σβήσει χρωματιστά κεριά, μα όχι την φλόγα των 17.

9 Μαρτίου 2012

Δεκαεπτά αστέρι μου!!! Δεκαοχτώ σαν σήμερα, που παρακάλεσα το Θεό με όση δύναμη διέθετε τότε, η μελανιασμένη απ’ τα πεσίματα, μα ευγνώμων σήμερα ψυχή μου, αν είχε σκοπό να στείλει μόνο ένα παιδί και έπρεπε να διαλέξει, εμένα να αγνοήσει, την αδερφή μου να επιλέξει.
Σαν ήρθες σου είπα ευχαριστώ, συγγνώμη είπα σε Εκείνον, που άδικο προς στιγμήν τον είχα αποκαλέσει και ευγνώμων νιώθω σήμερα που άνθισες τότε εσύ και πάνω στην άδεια παρτιτούρα μου ακόμα δυο τραγούδια, που έχουν το τίτλο Ναταλία, Βανέσσα-Γεωργία.

Ήρθες εδώ με ένα σκοπό, γι αυτό προσπάθησε να τον θυμηθείς γιατί είναι κάτι που γνώριζες καλά πολύ πριν γεννηθείς. Δεν πήρες τη θέση κανενός. Είσαι ένας κόκκος του σύμπαντος χρυσός, μα και μοναδικός. Μέρος του Μεγαλείου. Μια νότα ανετκίμητη, μια συλλαβή απαραίτητη στης γης μας το τραγούδι. Σε πλήκτρα σε χαϊδεύουν, δοξάρια σε αγγίζουν και τα αηδόνια γίνονται η φωνή της όμορφης ψυχής σου.

Είσαι ασύγκριτη!!! Λάμψη πανομοιότυπη μπορεί κανείς να δει, μα αυτό το φως που εκπέμπει αυτό το φαρόπλοιο, του καθενός μας η ψυχή που αιώνες ταξιδεύει, είναι αυτό που λέμε, Θεϊκό. Μην ανεβείς  ποτέ σε ζυγαριά και μη ζητήσεις ποτέ να σε εκτιμήσουν. Όλοι κλέβουν στο ζύγι και εσύ εξάλλου δεν είσαι ράβδος χρυσού, δεν είσαι πετράδι, δεν είσαι λίρα, δεν είσαι πετρέλαιο ούτε ευρώ.
Μα αν σε μαγεύουν οι αριθμοί, αν θέλεις και εσύ με κάτι να πλουτίσεις, τότε βάζε συχνά στη ζυγαριά όλες σου τις αξίες, όλες σου τις αρχές, βάζε την Ανθρωπιά, την Αξιοπρέπειά σου και φρόντισε από το βάρος τους γραμμάριο μη χαθεί.

Δεν ξέρω τι θα γίνεις, αρχαιολόγος λες και ξέρω ότι μπορείς. Θέλεις πολύ να φέρεις στο φως ερείπια οικισμών, ολόκληρες πόλεις, τάφους και θησαυρούς. Στο εύχομαι κοριτσάκι μου και το πιστεύω, με εσένα κι άλλο θα πλουτίσει η ζάπλουτη Ιστορία. Έτσι! φώτα να ρίχνεις και στις σκιές  αν βρίσκεις της ψυχής σου. Στο φως να φέρνεις ότι νομίζεις πως είναι μεγάλης ομορφιάς και αρχαιολογικής αξίας και βάλε τα υπόλοιπα, όσα δεν είσαι εσύ, να διαλυθούν στο φως σου.
Κάνε αυτό που αγαπάς εσύ, όχι οι άλλοι. Αυτό που την καρδούλα σου την πιάνει απ΄το χέρι, την πάει βόλτα σε κορφές, στ’ αστέρια, στο φεγγάρι. Πώς πάτησε νομίζεις ο Άρμστρονγκ στη σελήνη; Πόσοι θαρρείς το πίστευαν, πόσοι να τον χλευάσαν; Μα αυτός εκεί, πήρε το όνειρο αγκαλιά, τα μάτια σαν ήρωας του Λουντέμη έστρεψε άπειρες φορές στον ουρανό ψηλά και πάτησε άλλες αμέτρητες επάνω της νοερά. Κάνε και εσύ αυτό που εσένα θα ανεβάσει στον έβδομο, στον όγδοο, στον ένατο  ουρανό. Μακριά απ’ των άλλων τα όνειρα εάν αυτά σε μια γωνία τοποθετούν, πάνω σε ράφι βάζουν, εσένα, πινέλο ζωντανό που έτοιμη είσαι να βουτήξεις στη χώρα των θαυμάτων.  Δέσποινα βούτα ολόκληρη  στο χρώμα της αγάπης, σ’ αυτό που δεσπόζει στην καρδιά σου και έπειτα στήσε απέναντί έναν καμβά, που θα ‘ναι όλος δικός σου . Ανήκεις να ξέρεις και εσύ στον κόσμο των ζωγράφων και γέλα με αυτούς που θα σου πουν πως δεν αξίζεις και πολλά. Εσύ δεν ήρθες μέχρι εδώ μόνο για να θαυμάζεις, μόνο για να κοιτάς τα έργα κάποιων άλλων.
Βγες απ΄τα μονοπάτια που άλλοι έχουν χαράξει. Το τέρμα, ο στόχος του καθενός δεν έχει τη μαγεία, δεν κρύβει το τέλος που στο δικό σου παραμύθι μια μέρα θα θες να  γράψεις. Αυτό που θα αφηγείσαι στα παιδιά, στα εγγόνια σου, σε εσένα. Σ’ αυτό το παιδί που εύχομαι πάντα να αγαπάς, μαζί του να παίζεις κουτσό, κρυφτό και να γελάς, να το φροντίζεις, να του μιλάς, να το χαϊδεύεις τρυφερά,  ακόμα και τότε που στο κορμί, στο πρόσωπο στον καθρέπτη, ρυτίδες θα βλέπεις πια σοφές , από τα χρόνια, τον ήλιο και τις ανασκαφές.

Γίνε αυτό που θες εσύ γλυκιά μου πριγκιπέσσα, μα μείνε αυτά που είσαι εσύ. Οι χάντρες των ματιών σου να λένε πάντα αλήθεια και άσε όσους θελήσουν να ανέβουν στην κορφή σου να βλέπουν μόνο αυτό. Πολλοί θα έρθουν μέχρι εκεί,  μα aυτοί που θα μείνουν και την κούνια τους θα δέσουν επάνω στα ματόκλαδα, θα είναι αυτοί αυτοί που αναζητούν δωμάτιο με θέα την αλήθεια. Αυτούς να φιλοξενείς, σ΄αυτούς να ανοίγεις την πόρτα της καρδιάς σου, γι αυτούς να στρώνεις κατάλευκα σεντόνια μέσα στο «σπιτικό» σου.
Μην υπερεκτιμήσεις τίποτα!!! Πράγματι, ότι λάμπει δεν είναι απαραίτητα χρυσός και αν έχεις τα μάτια της ψυχής σου ανοιχτά να είσαι σίγουρη πως δε θα μπερδευτείς, ακόμα και αν από περιέργεια πλησιάσεις, θα καταλάβεις γρήγορα και άντε στο τέλος να γελάσεις.
Μη γίνεις φύλλο στο άνεμο για χάρη κανενός, ούτε μπαλάκι σε ξένα χέρια γιατί σε τρύπες θα βρεθείς και εγώ το ξέρω, ακόμα φοβάσαι το σκοτάδι..........
Μα αν ποτέ αυτό συμβεί, πάλεψε!!!! Γίνε η ίδια ένα σπαθί και κόψε στα δύο το φόβο, στα δύο και το σκοτάδι. Στα δυο να κόβεις τις κουρτίνες που κάποιοι από φθόνο θα κρεμούν, από  άγνοια, από ζήλεια, από  δική τους ανασφάλεια, επάνω στης ψυχής σου τα ορθάνοιχτα παραθύρια. Γκρέμιζε κουρτινόξυλα και σπάε τα παντζούρια. Τα στόρια να αφήνεις ανοιχτά, γιατί για σένα έχω μάθει πως θέλει να αφήνει ο ήλιος κάθε πρωί, μια ανθοδέσμη με δροσερά, πολύχρωμα λουλούδια.

Τις ώρες σου πριν την ώρα τους, ποτέ μην τις σκοτώσεις. Ζήσε το τώρα σου, την ώρα σου, το κάθε της λεπτό. Μην είσαι απ΄αυτούς που λένε, “πετάω χαρταετό”. Μη βιάζεσαι παρελθόν να κάνεις τις μέρες της διαδρομής σου, τους δείκτες μην πας μπροστά, μείωνε την ταχύτητα και πιάνε λωρίδα δεξιά στους δρόμους τις παραλιακής, σε δίκτυα εθνικά, σε δίκτυα επαρχιακά, στο δρόμους της ζωής σου.
Γράψε για άρβυλα αυτούς που θα φωνάζουν πως πας αργά. Εσύ έχεις στόχο, μα πρέπει πρώτα να απολαύσεις αρώματα, εικόνες, ήχους και συναισθήματα πριν στον προορισμό σου φτάσεις. Στάσεις κάνε συχνές σε αυτό σου το ταξίδι, το νου σου να αφήνεις συχνά να ξεπιαστεί μέσα σ’ένα μπουμπούκι, στης θάλασσας την αλμύρα, στον ήχο του ποταμού, στο λαιμουδάκι ενός μωρού, στις στάλες της βροχής, στα αστέρια του χιονιού και αυτά του ουρανού, στα χρώματα της δύσης, στα χρώματα μίας μουσικής, στα βότσαλα που τρυφερά τα αγγίζει το κυματάκι, στο βράχο που μόνος δεν μπορεί και με όλη τη δύναμή του παρακαλά, κύμα να γίνει το κυματάκι.

Μικρή μου ευσυγκίνητη που τ’ άδικο δεν αντέχεις, ποτέ μην αδικήσεις. Δικαιολογία στο άδικο δεν στέκει από κανέναν. Δίκαιη πάντα και παντού με όλους και με εσένα. Μην στήσεις κανέναν στο εδώλιο, εσένα ποτέ στα τρία μέτρα. Μην κρίνεις αλλά να ξέρεις...............πως θα κριθείς. Όλοι σε ετούτο τον πλανήτη νιώθουν πως είναι αλάνθαστοι και παίρνουν το δικαίωμα να κάνουν αυτό, που μόνο ο Θεός όμως μπορεί. Κάνε εσύ ότι καλύτερο μπορείς και όταν πίσω από αυτό κρύβεται μόνο πρόθεση καλή, ένα σου μένει, να συνεχίζεις!! Να τους ευχαριστήσεις όλους όσο και να το θέλεις, δε θα μπορείς. Μην περιμένεις όλοι να συμμερίζονται τον ενθουσιασμό σου, να συμφωνούν με τις απόψεις σου, τις σκέψεις σου να μοιράζονται, τον πόνο, τις χαρές σου. Εσύ επέλεξε να είσαι όσο και αν αυτό σε κάποιους δεν αρέσει, μόνο ένα άτομο. Μάσκα ποτέ να μη φορέσεις,

Όσο για τον Θεό που τον ανέφερα συχνά, μην τον αναζητήσεις σε ναούς, σε αγάλματα, σε θρησκείες. Αν θέλεις κάπου να τον δεις, αν θες να του μιλήσεις, τα μάτια κλείσε και τ’ αυτιά, πάρε βαθιά αναπνοή και βούτα μέσα σε σένα. Είναι το μόνο μέρος που μπορείς σίγουρα να τον βρεις, που αν το θελήσεις, μπορείς να τον ακούσεις.

Σε έκρηξη γεννήθηκες ουράνιων σωμάτων, είσαι ένα αστέρι!!! Ένα αστέρι με ζωή και αν δε το πιστεύεις, βγες νοερά έξω απ΄τη γη. Γίνε και εσύ αστροναύτης και πάτησε στη σελήνη, γίνε ένα με αυτήν και ξαφνικά θα δεις που θα υποκλιθείς κι εσύ όπως αυτή, στη θέα της Ζωής. Θα νιώσεις συγκίνηση, δέος, θαυμασμό. Κάπου εκεί είσαι και εσύ. Ένας φωτοδότης πάνω στη γή, στο σύμπαν μέσα Δέσποινα, είσαι μοναδική!!!!!!!

Μην εντυπωσιάζεσαι με εμένα που σου γράφω, κράτα αυτά που γράφω. Να θαυμάζεις εκείνους που μεγάλες ιδέες, διδάγματα, λόγια μεγάλων στοχαστών και τόνους σοφίας απ΄το εσωτερικό σπουδαίων βιβλίων, τα εφαρμόζουν κιόλας. Η γλώσσα έχει την τάση να λέει πολλά, μα οι πράξεις τα λένε όλα!!! Αυτές είναι που μας χαρακτηρίζουν, που βγάζουν στην επιφάνεια όλα όσα σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε, που είμαστε, αυτές που ζουν ακόμα και όταν εμείς φτάσουμε στον τερματικό πλέον σταθμό. Αν θέλεις κάτι από μένα τότε δώρο σου στέλνω, βέλη πολλά ελπίδας. Δεν έχω εξαντλήσει ακόμα αυτά που έχω στη φαρέτρα μου. Για κάποιο λόγο, που εγώ τον γνωρίζω πια, ένα τοποθετώ στο τόξο μου, δύο μπαίνουν στη θήκη. Ελπίδα, αυτήν κράτα απ΄το χέρι σου σφιχτά και κοίτα μες την πληθωρική απαισιοδοξία, μέσα σε ένα απρόσωπο και αγριεμένο πλήθος μην τη χάσεις. Στρέφε τα βέλη της επάνω σου, στρέφε τα και στους άλλους...........
«Κουράζονται κόρη μου και οι συμφορές και πέφτει ο αγέρας τους, ούτε οι ευτυχισμένοι ευτυχούν ως το τέλος. Όλα αλλάζουν και πορεύονται αλλιώς και όποιος πιστεύει στην ελπίδα είναι γενναίος. Δειλός είναι όποιος απελπίζεται»


...........................................μεγάλη να γίνεις, με άσπρα μαλλιά!!!!!!!!!!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου