Σάββατο, 25 Οκτωβρίου 2014

Ήσουν εκεί.......

τα είδες όλα. Τον ουρανό σου να χτίζεται με πελώρια μαύρα συννεφότουβλα. Τον αέρα να παρασύρει το χαρτόσπιτό σου. Το δρόμο σου να σκοτεινιάζει τελείως όταν κάηκε και η τελευταία λάμπα. Την ελπίδα σου να μουσκεύει και να σβήνει μέσα στο αυτοσχέδιο φαναράκι σου. Τα είδες όλα. Εκείνους που έκλαιγαν, που έβριζαν, που έτρεμαν. Μπροστά από τα μάτια σου πέρασαν μουσκεμένες αγωνίες, φόβοι, αγανακτήσεις, λαμαρίνες, κάδοι, σκουπίδια, περιουσίες. Είδες και εμένα. Στη λάμψη μιας αστραπής. Σε τρόμαξα. Το πρόσωπό μου παραμορφωμένο από το φόβο, το μεικάπ, τη μάσκαρα, τις σκιές. Με φόβισα και εμένα. Με είδα στο καθαρό απ΄τη βροχή βλέμμα σου. Στη λάμψη μιας δεύτερης αστραπής. Σε λυπήθηκα πριν με λυπηθείς. “Δεν ξέρω ποιος μοίρασε τους ρόλους” ψιθύρισα, μα ήξερα πως με άκουγες. Δεν το απόφυγα, με λυπήθηκες. Ήταν τη στιγμή που ο αέρας κραυγάζοντας απ΄τους πόνους, γέννησε ανέμους που έσπασαν τζάμια, εσένα, τον καθρέφτη μου, ξερίζωναν τα πάντα απ΄το εσωτερικό μου. Σε έχασα. Με έχασα. Με βρήκα μετά από ώρα αιχμάλωτη σε ένα στρατόπεδο γνώριμο για σένα, μα άγνωστο για μένα. Έλεγα ότι είχα καταλάβει τι περνούσες. Κούρνιασα στη γωνιά σου. Έκλεισα μάτια και αυτιά, για να μη βλέπω πια τις αστραπές, να μην ακούω τους κεραυνούς. Άρχισα να κρυώνω απ΄τη βροχή, να τρέμω από το φόβο. Θυμήθηκα εκείνο το παραμύθι που μου ‘λεγαν μικρή, για εκείνο το κοριτσάκι με τα σπίρτα….. Ένιωθα τόσο μόνη χωρίς εσένα. 
Έκανα άνω κάτω τη φωλιά σου. Μπορούσα να φύγω, να δραπετεύσω απ΄το στρατόπεδο αυτό, δεν είχε κάγκελα, δεν είχε σύρματα. Δεν το έκανα, συνέχισα να παραβιάζω το άσυλό σου. Ήθελα να πειστώ πως ήσουν πρόσωπο υπαρκτό. Ότι δεν ήσουν πλάσμα της φαντασίας μου. Σε είχα δει, ήσουν εκεί, τα είχες δει όλα, μα τίποτα δεν φανέρωνε εσένα και το άθλιο παρόν σου. Ούτε ένα σπίρτο που θα φώτιζε το μέλλον σου, ούτε μια οικογενειακή φωτογραφία απ΄το παρελθόν σου. Ένα μπουκάλι με κρυστάλλινο νερό, ένα αιμάτινο τριαντάφυλλο σε αυτό, ένα βιβλίο χρυσόδετο, μία ευχή στο μαξιλάρι σου…… “Θεέ μου, θυσία γίνομαι εγώ, αυτά τα κύματα βροχής ας πλύνουνε τον κόσμο”. 
Άχρηστα ήσαστε πόδια μου!! Δεν ήρθανε κοντά σου όσο ήσουνα εκεί.
Παράλυτα ήσαστε χέρια μου!! Δεν σε αγκάλιασα όσο ήσουνα εκεί.
Εσύ δεν ήσουνα φτωχός, εσύ δεν ήσουν βρώμικος, εσύ δεν ήσουν άνθρωπος, εσύ ήσουν ένας άγγελος
Έχωσα το πρόσωπό μου μέσα στο μαξιλάρι σου, ανέπνευσα βαθιά γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με τον αέρα και το άρωμα της ψυχής σου και ευχήθηκα να κολλήσω την αρρώστια σου…..αγάπη. 
Είμαι ευγνώμων που πέρασες απ΄τη ζωή μου, έστω σαν αστραπή. Νόμισα ότι εσύ ήσουν ο αιχμάλωτος και ο αιχμαλωτιστής μου μαζί, αλλά τώρα ξέρω. Ξέρω γιατί δεν έφυγα ενώ μπορούσα…….ήθελα να “σωθώ”, να δραπετεύσω μέσα απ΄τα δικά μου κάγκελα, απ΄τα δικά μου σύρματα. Τα ψίχουλα της ψυχής σου άστεγε άγγελε, άρχισε με ευλάβεια να τα μαζεύει ένα πουλί και έμεινα εκεί θαυμάζοντας τα φτερά του μέχρι που…….
Ξύπνησα. Όνειρο ήσουν τελικά. Σε είδα την ώρα που βλέποντας τις καταστροφές απ΄τη βροχή, την ώρα που έπεφταν στο σπίτι μου δίπλα κεραυνοί, κουκουλώθηκα και αποκοιμήθηκα, αλλά για κάποιο λόγο…….. μοσχοβολά το δέρμα και η ανάσα μου.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου