Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Μάνα

Πολλά τα χειροκροτήματα για σένα σήμερα μαμά………
Κοίτα!! Κατάμεστη η αίθουσα και εσύ όπως πάντα, ανεβαίνεις με ταπεινότητα τα σκαλιά προς τη σκηνή. Δεν ξέρεις αν σου αξίζει όλο αυτό το χειροκρότημα, γιατί θυμάσαι……

Τότε που αγανακτούσες γιατί έκλαιγα πολύ αλλά δεν ήξερες το γιατί. Τότε που με μάλωνες για το καλό μου και ας πόναγες από μένα πιο πολύ. Τότε που με έβαζες τιμωρία, γιατί αυτό σε είχαν και σένα μάθει πως βάζει στη θέση του ένα παιδί. Τότε που έκανες πως δεν άκουγες γιατί δεν είχες απαντήσεις για όλα μου τα γιατί. Τότε που χρήματα δεν είχες για να μου προσφέρεις, αυτό που κάποια άλλη μάνα πρόσφερε στο δικό της το παιδί. Θυμάσαι εκείνη την εποχή που εργαζόσουν πολύ, αλλά δεν ήσουν για μένα εκεί. Τότε που σήκωσες πάνω μου το χέρι σου και ας πήγες ύστερα κρυφά πόνο να δώσεις στο ίδιο χέρι. Θυμάσαι που άδικα με κατηγόρησες, μα δε φαντάστηκες ποτέ πως είχα ανάγκη ένα συγγνώμη. Που στα σκοτάδια με άφηνες γιατί έτσι πίστευες και εσύ πως βρίσκει κανείς το φως του και ας γινόταν θρύψαλα η καρδιά σου. Θυμάσαι που δε με χειροκρότησες όταν τον πήχη έβαλα χαμηλά, γιατί φοβόσουν πως αν το έκανες, δεν θα τον έβαζα ποτέ μου πιο ψηλά.
Είσαι σε εκείνη τη σκηνή και αντί να σκέφτεσαι όσα για μένα έκανες, θυμάσαι όλα αυτά που λάθη βάφτισες και όλα όσα δεν έκανες. Μάλλον είναι στη φύση σου μαμά, να δίνεις, να δίνεις, και συνεχώς να νιώθεις ότι ίσως δεν είναι αρκετά. Μάλλον αυτήν την απορία, θα έβλεπαν και όσοι κατάφερναν να δουν τα ανοιχτά σου για μένα πάντα, μάτια της ψυχής σου. Την ώρα που θα είχες πέσει για μένα ή με μένα στη φωτιά, την ώρα που με τα ίδια σου τα χέρια, για μένα θα ξερίζωνες τη δική σου την καρδιά. «Μήπως δεν έκανα όσα όφειλα σαν μαμά;» στα μάτια σου όλοι θα διάβαζαν. 




Μα εγώ μαμά σε κοιτώ με θαυμασμό, με βλέπεις που σε χειροκροτώ; Και πώς να μην το κάνω; Στέκω μέσα στην αίθουσα δίπλα σε άλλα παιδιά, που μάνες με πόνο αλλά και με κατανόηση κοιτούν, ενώ…… απ΄τη γέννα τα εγκατέλειψαν, τα πρόδωσαν, τα βασάνισαν, τα βίασαν, τα αγνόησαν. Και όμως, είναι εδώ. Συγχώρεσαν; Δεν ξέρω! Μάλλον! Είναι εδώ μαμά. Τόλμησα και τις ρώτησα. Μου είπαν πως είναι μάνες. Κάποιες έγιναν θύματα που άλλο δε θέλουν να είναι και ήρθαν να συγχωρέσουν. Κάποιες έγιναν θύτες και ήρθαν να συγχωρέσουν, για να συγχωρεθούν. Θύτες και θύματα μαζί. Θύματα όλοι άλλων θυμάτων.
Πώς να μη χειροκροτήσω εγώ εσένα μαμά; Και εγώ να ξέρεις όπως και εσύ, θυμάμαι………. Ήμουν το αστέρι, που ευχήθηκες σαν έσβηνε, μέσα σου να ‘ρθει να ανάψει. Το σώμα σου ουράνιος βυθός, που χωρίς φόβο βούτηξα και ας ήμουν άπειρος δύτης. Θυμάμαι που καλοπέρναγα κλεισμένη στο κουκούλι. Διασκέδαζα σαν έφτιαχνα το παζλ του εαυτού μου. Κάθε φορά που με άγγιζες και νόμιζες πως κλοτσάω, εγώ υποκλινόμουνα μαμά. Γιατί κομμάτια έπαιρνα απ΄τη μορφή σου να φτιάξω τη δική μου. Κομμάτια απ΄την ψυχή σου να εμπλουτίσω τη δική μου. Βουτούσα τα πινέλα μου στην καρδιά σου και έβαφα τη δική μου. Έπαιρνα το οξυγόνο σου, έκλεβα το ασβέστιο σου, το σίδηρο, μερίδες απ’ το φαί σου. Γεννήθηκα σε μια έκρηξη δικών σου συναισθημάτων. Μέσα στα χρώματα της χαράς, του πόνου, της αγωνίας. Φοβήθηκα όταν στριμώχθηκα μες στα στενά του κόλπου και έκλαψα από χαρά όταν τα φώτα των προβολέων έπεσαν όλοι πάνω μου. Τρόμαξα όταν είδα τα δάκρυα στο πρόσωπό σου, μα έμαθα σαν μεγάλωσα, σαν έγινα μαμά, ότι δεν ήταν μόνο πόνου. Ήταν συγκίνησης, χαράς, υπερηφάνειας, ευγνωμοσύνης και το άρωμα από το πονεμένο σώμα σου απλώθηκε σε όλο το χώρο, αλλά εσύ δε νοιάστηκες. Τα μάτια θυμάμαι έκλεισες απαλά και ευτυχισμένη ένιωθες που μέρος πήρες στο θαύμα.


 Όλα τα θυμήθηκα μαμά, τη μέρα που έγινα και εγώ συντελεστής σε ένα παρόμοιο θαύμα.
Έκανες τόσα “λάθη” όσο μεγάλωνα, μα κάνω σχεδόν τα ίδια και ακόμα πιο πολλά. Θέλω συγγνώμη να σου πω που δεν κατάλαβα νωρίτερα, ότι δε μου έδινες τίποτα λιγότερο από αυτά που μπορούσες και ήξερες να δίνεις. Που νευρίαζα γιατί δεν άντεχα τους φόβους και τις ανασφάλειές σου. Που νόμιζα πως ποτέ δε με καταλάβαινες, πως ποτέ δεν πόναγες όταν πονούσα. Που δεν καταλάβαινα όταν έδειχνες σκληρή, πως μέσα σου έλιωνες σαν κερί. Που εξαφανιζόμουν και έπειτα θύμωνα που τις φωνές μου έβαζες μπροστά στα άλλα παιδιά. Λυπάμαι που δεν καταλάβαινα, γιατί το χέρι μου το κρατούσες πάντα τόσο σφιχτά, τόσο που πόναγα. Τώρα μόνο καταλαβαίνω γιατί γελούσες δυνατά εσύ, κάθε φορά που εγώ, πεσμένη στη γη, με ματωμένα τα γόνατα έκλαιγα. Τώρα καταλαβαίνω ότι το δικό σου κλάμα είναι τις πιο πολλές φορές αόρατο. Ότι ο πόνος και η αγωνία σου κρύβονται πίσω από άκαμπτες στα αυτιά των παιδιών σου λέξεις.
Μάνα υπέροχη, καράβι της ψυχής μου, συγγνώμη που περίμενα το δρόμο με ροδοπέταλα να μου έχεις πάντα στρωμένο. Λες και ήξερες πώς να τα στρώσεις στον δικό σου και δεν το έκανες……
Συνέχισε να μου χαϊδεύεις το μάγουλο σαν απαλό αεράκι, το σκυμμένο μου στη γη κάποιες φορές κεφάλι. Δώσε μου ένα χαστούκι δυνατό, αν δεις ότι τη ζωή μου παραμελώ. Μάλωνε με όσο θες, γνωρίζω καλά πως ακόμα και αυτό μια μέρα θα μου λείψει….. Ξέρω ότι όσο θα ζεις δε θα μπορέσεις να ηρεμήσεις. Θα είσαι πάντα σε ετοιμότητα μαζί με γάζες, τσιρότα και φιλιά να τρέξεις να με γιατρέψεις. Δεν έχεις όμως πια της εξέλιξής μου την ευθύνη. Εγώ κρατώ μέσα μου όλα όσα είσαι και όλα όσα για μένα έχεις κάνει. Κρατώ εκείνη την εικόνα………. τη μέρα που η πεταλούδα σου άνοιγε φτερά και έφευγε για την Κρήτη. Όλον το μόλο περπάτησες του Πειραιά, κουνώντας ακούραστα το χέρι. Ήξερες πως τα μάτια σου δεν τα έβλεπα και ελεύθερα έκλαψες, για πρώτη ίσως φορά. Δε στο ‘χω πει, μα ένιωσα τα χέρια σου να επεκτείνονται και να ακουμπάνε τα δικά μου. Την καρδιά σου να ξεριζώνεις και να την ορίζεις ακοίμητο φρουρό της δικιάς μου. Όλα τα ένιωσε μάνα η κόρη των ματιών σου. Ξέρω, πως απ΄τη μέρα που γεννήθηκα, υπάρχει μέσα στο σπίτι και την ψυχή σου, μια ακοίμητη για εμένα καντήλα




Σε εσένα μάνα που όσο ζω θα αγαπώ, σου εύχομαι από εδώ και στο εξής, χρόνια μόνο ευτυχισμένα.


Στη μάνα που ξενυχτά, που στέκει έξω από μία φυλακή, που προσπαθεί με νύχια και με δόντια από “βούρκους”, πολέμους, πείνα να σώσει ένα παιδί, που εγκατέλειψε τα όνειρά της για ένα παιδί, που εργάζεται απ΄το πρωί ως το βράδυ για  
να υλοποιηθούν μια μέρα τα δικά του, που το εγκατέλειψε για να του χαρίσει τη ζωή, που βλέπει να χάνεται το παιδί της και μετατρέπεται σε άγγελο μα και θηρίο μαζί, που το κεφάλι της ξυρίζει γουλί για να συμπαρασταθεί, εύχομαι χρόνια χαράς μονάχα να σου επιφυλάσσει η ζωή. 



Πολλά τα χειροκροτήματα που σας αξίζουν μάνες………….κάθε μέρα!!!Σε εσένα που δε θα δεχτείς σήμερα ένα λουλούδι, σου λέω ως παιδί μέσα απ΄την ψυχή μου ένα μεγάλο Σ΄ΑΓΑΠΩ, αλλά πραγματικά, ως μάνα πια, δεν ξέρω τι να σου ευχηθώ……
Εσύ που μαμά πολύ ήθελες να γίνεις, μα όμως δεν έτυχε σε ετούτη τη ζωή, μη μου στεναχωριέσαι. Όρεξη να ΄χεις και από παιδιά που έχουν εσένα και μόνο εσένα ανάγκη, γεμάτος αυτός ο κόσμος. Είναι παντού, σε περιμένουν…..
Όσο για σένα που μάνα δεν έχεις πια κάτι να της προσφέρεις, πάψε να κλαις και άκου αυτό…..το ένστικτο της μητρότητας, αν μία φορά μέσα σου γεννηθεί, ποτέ του δεν πεθαίνει. Σε κάθε σου βήμα είναι εκεί. Χάρισε σε εσένα ένα λουλούδι. Γεννήθηκες απ΄αυτήν , μέσα σου ζει, εσύ πού τη γυρεύεις;

Σήμερα γιορτάζουν όλα τα θηλυκά, η μάνα γη, η φύση, όλη η πλάση. Χρόνια πολλά!!




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου