Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Ζωή πίσω από ολόμαυρα γυαλιά

Ψυχρό το αεράκι πάλι σήμερα. Το πρόσωπό σου ανατριχιάζει, μα το χνούδι της καρδιάς σου χαίρεται, χορεύει σαν το στάχυ. Σχεδίασες με το διαβήτη απ΄το πρωί την πορεία του κορμιού σου, μη χάσεις ούτε για μια στιγμή τον ήλιο όταν από τα σύννεφα μέσα ξεπροβάλλει. Την ίδια ανάγκη όμως έχει και ο ηλίανθος της καρδιάς σου. Δεν τον φοβάται τον ήλιο, δεν τον καίει, δεν τον τυφλώνει. Είναι καλά προφυλαγμένος κάτω απ΄την πέργολα του θώρακά σου. Θα είναι όλη τη μέρα και σήμερα μαζί σου, στο λεωφορείο, στο σούπερ μάρκετ, στο μικρό σου γραφείο, στο μεγάλο σχολείο …..μα θέλει διαλείμματα συχνά να κάνεις. Μέσα σε στρέμματα με ήλιους θέλει να κυλιέται, για να παραμένει η φυσιογνωμία του στο χώρο της ζωής ζωντανή και ελκυστική. 



Θα αντέξει μαζί σου και σήμερα η καρδιά όλο το βουητό της πόλης και του μυαλού σου, τη μουσική που έχεις στη διαπασών στο σπίτι και στο αυτοκίνητό σου, μα θέλει ν’ ακούσει και τον ήχο που βγαίνει από τα χρώματα της δύσης και της ανατολής όταν το ένα ενώνεται με το άλλο. Θέλει και το κοτσύφι να απολαύσει και τον πλανόδιο μουσικό. Ο πομπός της ψυχής τους στέλνει ένα δυνατό σήμα, δεν έχουν ανάγκη από ενισχυτή. Κάνε ένα διάλειμμα. Έχει ανάγκη η καρδιά σου αυτό το σήμα που λαμβάνει. 




Φοβάσαι τόσο!!! Σε βλέπω, μέσα στο τρένο που τώρα μπήκες. Δε θες κανείς και τίποτα να σε ακουμπά. Γεμάτο από χέρια άγνωστα, άπλυτα, μαύρα, τρυπημένα, από χέρια έτοιμα να σου αρπάξουν αυτό το λίγο που σου έχει μείνει. Κανέναν δεν εμπιστεύεσαι, όλοι ξένοι, ξένος και εσύ και πιάνεις γωνίες και σκιές. Δε θέλεις να σε γνωρίσουν, δε θέλεις να σε αναγνωρίσουν, δε θέλεις κανέναν να γνωρίσεις και βάζεις ξανά τα σκούρα σου γυαλιά και ας είμαστε τώρα μέσα σε υπόγεια σήραγγα. Δεν το αντέχεις το στοίβαγμα τόσων καρδιών στο ίδιο τρένο. Νιώθεις αιχμάλωτος, κάποιου δικού σου όμως πολέμου. 




Βγήκες στην επιφάνεια της γης, πήρε μια ανάσα το κορμί και εύχεσαι να μην έχει χάσει τη γραμμή που είχες σχεδιάσει με το διαβήτη το πρωί. Μα όταν η ακτίνα σου φτάσει στης νύχτας το μαξιλάρι, εσύ δε θα γελάς που σώθηκες και σήμερα. Θα είναι θλιμμένη η καρδιά σου. Την έκανες να φοβάται να αγγίξει εκείνο το χέρι που έτρεμε όπως το δικό σου. Και όμως, ήθελε τόσο πολύ εκείνο το γέρικο να το βοηθήσει. Το μαύρο μες στο δικό της το λευκό να κλείσει. Στο πονεμένο ένα φτερό απ΄το δικό της που περισσεύει να χαρίσει. Ήθελε το άπλυτο με λίγο νερό από το σιντριβάνι της να ξεπλύνει και εκείνο που ήθελε να αφαιρέσει τα ψιλά πια απ΄την τσέπη σου και απ΄την αξιοπρέπειά σου , δυνατά να το χτυπήσει. Μπορούσε μετά για την υγειά της και να το συγχωρέσει.




 Επέβαλες στην καρδιά σου πια μόνο να κινείται. Άλλα θέλει και άλλα κάνεις. Ένα αυτοκίνητο, ένα λεωφορείο, ένα ποδήλατο η ζωή σου, η ζωή μας. Έχει ανάγκη από ώρες ηλιοφάνειας η καρδιά σου, μα και ανάγκη συχνά ξυπόλυτη να περπατάει. Πάνω στις πλάκες τις καυτές, στο χώμα το υγρό, μέσα στα νέφη που καλύπτουν την πίστα του ουρανού σου. Θέλει φεγγάρι και άστρα για φωτορυθμικά. Έχει ανάγκη τα χέρια της να ζεστάνει προσφέροντας βοήθεια, το σώμα της όλο να ζεσταθεί από τα χνώτα της αγάπης και της ευγνωμοσύνης. Συχνά τα “φυλάει”, κάποιες φορές κουράζεται, χάνεται, σκοντάφτει στην προσπάθεια να ανακαλύπτει κρυψώνες μες στα σύννεφα, μα ένα “φτου ένας ήλιος λαμπερός” είναι αρκετό να την κάνει να χορέψει και ευτυχώς για σένα…….δύσκολα ξεχνά τα βήματα τα χορευτικά. Ζει για αυτές τις στιγμές χαράς. Μην της τις στερείς .





 Έρχεται καλοκαίρι, η ευκαιρία σου να βγάλεις πάλι το σώμα σου στον ήλιο και μία καλή δικαιολογία να βάλεις τα μαύρα σου γυαλιά. Μα μέχρι εκείνη τη στιγμή…… μη μου ξεχνιέσαι.
Δεν ξέρω αν με ακούς πραγματικά, γιατί και τώρα που σου μιλάω τα φοράς. Κοίτα!! Εγώ τα έβγαλα τα δικά μου. Σε αφήνω να με διαβάσεις. Εάν τρομάζω τα τρομαγμένα ήδη μάτια σου, απομακρύνσου, μην πλησιάζεις. Αν όχι, άσε και εμένα να δω τι κρύβεις κάτω απ΄ τα ματόκλαδά σου. Δεν έχω άλλο τρόπο να διαβάσω αυτό που είσαι και τις ανάγκες τις καρδιάς σου και η γλώσσα του σώματος μόνο, δε βοηθά. Κοίτα και εσύ κατάματα την αλήθεια, ίσως μπορείς και εμένα και εσένα έτσι να βοηθήσεις. Φοβάσαι μήπως σε πω δειλό αν δω όσα θες μα δεν τα κάνεις; Μήπως γελάσω; Φοβάσαι, μήπως τρέχοντας φύγω μακριά σου ή μήπως τα αληθινά τα μάτια σου ματιάσω; Όση ανάγκη από ήλιο και φως και έχει η σάρκα σου, τόση ανάγκη έχει η καρδιά και η ψυχή σου. Άσε τις να ακολουθήσουν και αυτές του ήλιου σου την πορεία. Δες γύρω σου χωρίς φόβο τη φωτεινή αλήθεια και επέτρεψε σε άλλους να δούνε τη δική σου. Γνωρίζεις πια πώς να σε προστατεύεις και από την άλλη, δεν είμαστε όλοι ίδιοι, πολλοί έχουμε καταλάβει, δεν είναι για χόρταση η καρδιά. Κάτω από μαύρα όμως γυαλιά, φαινόμαστε όλοι ίδιοι και ύποπτοι. 



Βγάλ’ τα!! Γεννάς αβάσιμες υποψίες. Δε θα συλληφθείς, αλλά τι να το κάνεις; Είναι για την καρδιά σαν φυλακή η μοναξιά, αν δεν την έχει επιλέξει……….
Βγες στη ζωή!! Αν σήμερα δε σε ζέστανε πολύ, υπόσχομαι πως αύριο θα το κάνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου